Στο άρθρο του που δημοσιεύτηκε προχθές στην Εφημερίδα των Συντακτών, ο Γ.Βαρουφάκης ξεσκεπάζει την εικόνα που προσπάθησε η Κυβέρνηση να περάσει στους πολίτες ως αληθινή και προτρέπει τον πρωθυπουργό να αντισταθεί, θεωρώντας ότι αυτή η χρονική περίοδος είναι η πλέον κατάλληλη.
Θεωρητικά δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τα γραφόμενά του. Πρακτικά δεν μπορώ να ξέρω αν - σε περίπτωση που ήταν (και) αυτή τη χρονική στιγμή υπουργός Οικονομικών - θα ήθελε ή θα μπορούσε να εφαρμόσει αυτά που προτρέπει την τωρινή κυβέρνηση να κάνει.
Εφόσον όμως δεν το ξέρουμε αυτό, δεν μπορούμε να τον κατηγορήσουμε γι'αυτά που γράφει, αν και πολλοί θα ανατρέξουν στην πολιτική που εφάρμοσε ο ίδιος όταν ήταν υπουργός και θα τον κρίνουν κάνοντας συγκρίσεις.
Πολλά έχουν συμβεί, όμως, από τότε γι'αυτό ας επικεντρωθούμε πλέον στο σήμερα.
Ήταν το Eurogroup που, υποτίθεται, θα αντάμειβε την κυβέρνηση με ανακουφιστική αναδιάρθρωση χρέους.
Κατέληξε να είναι το Eurogroup που μονιμοποίησε τη σκληρότατη, συνεχώς αύξουσα λιτότητα για τα επόμενα δέκα χρόνια και τη ματαίωση της οποιασδήποτε ουσιαστικής ελάφρυνσης του χρέους.
Μέσα από τα σαγόνια μιας προαναγγελθείσης επιτυχίας η κυβέρνηση «απέσπασε» ένα Βατερλό.
Ας δούμε τα πράγματα ψυχρά και αντικειμενικά από τη σκοπιά του τι έπρεπε να γίνει, τι ήλπιζε (και υποσχόταν) η κυβέρνηση ότι θα γίνει και τι τελικά έγινε.
Θεωρητικά δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τα γραφόμενά του. Πρακτικά δεν μπορώ να ξέρω αν - σε περίπτωση που ήταν (και) αυτή τη χρονική στιγμή υπουργός Οικονομικών - θα ήθελε ή θα μπορούσε να εφαρμόσει αυτά που προτρέπει την τωρινή κυβέρνηση να κάνει.
Εφόσον όμως δεν το ξέρουμε αυτό, δεν μπορούμε να τον κατηγορήσουμε γι'αυτά που γράφει, αν και πολλοί θα ανατρέξουν στην πολιτική που εφάρμοσε ο ίδιος όταν ήταν υπουργός και θα τον κρίνουν κάνοντας συγκρίσεις.
Πολλά έχουν συμβεί, όμως, από τότε γι'αυτό ας επικεντρωθούμε πλέον στο σήμερα.
Ήταν το Eurogroup που, υποτίθεται, θα αντάμειβε την κυβέρνηση με ανακουφιστική αναδιάρθρωση χρέους.
Κατέληξε να είναι το Eurogroup που μονιμοποίησε τη σκληρότατη, συνεχώς αύξουσα λιτότητα για τα επόμενα δέκα χρόνια και τη ματαίωση της οποιασδήποτε ουσιαστικής ελάφρυνσης του χρέους.
Μέσα από τα σαγόνια μιας προαναγγελθείσης επιτυχίας η κυβέρνηση «απέσπασε» ένα Βατερλό.
Ας δούμε τα πράγματα ψυχρά και αντικειμενικά από τη σκοπιά του τι έπρεπε να γίνει, τι ήλπιζε (και υποσχόταν) η κυβέρνηση ότι θα γίνει και τι τελικά έγινε.
Τι έπρεπε να έχει γίνει κατ’ ελάχιστον.
Τα ελάχιστα
προαπαιτούμενα για την ανάκαμψη ήταν:
(1) Αναδιάρθρωση χρέους που να επιτρέπει
στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος (από το 2017 και για κάθε έτος μετά,
συμπεριλαμβανόμενου και του 2018) το πολύ της τάξης του 1,5% του ΑΕΠ – κάτι που
θα ισοδυναμούσε με πάγωμα της λιτότητας στα σημερινά επίπεδα (δηλαδή το
ελάχιστο που απαιτείται).
(2) Επαναφορά της πρόσβασης των ελληνικών
τραπεζών στη ρευστότητα της ΕΚΤ (τεχνικά μιλώντας, επαναφορά του waiver που «τράβηξε» η ΕΚΤ την 4η Φεβρουαρίου
του 2015).
(3) Ανακοίνωση ότι από τον Ιανουάριο οι ελληνικοί
«τίτλοι» (δηλαδή χρέος «ελληνικής κοπής», π.χ. κρατικά ομόλογα αλλά και
ιδιωτικό χρέος) θα συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ,
δίνοντας μια εκ των ων ουκ άνευ ένεση αισιοδοξίας.








