Ο γνωστός ιστορικός και πολιτικο-οικονομικός αναλυτής Éric Toussaint εκπόνησε πριν λίγες μέρες μια μελέτη με την οποία αποδεικνύει ότι η ελληνική κρίση που ξέσπασε το 2010 δεν είναι αποτέλεσμα υπέρμετρων δημόσιων δαπανών, αλλά προήλθε από τον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα, καθώς και ότι το υποτιθέμενο
πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας σχεδιάστηκε για να υπηρετήσει τα συμφέροντα των
ιδιωτών τραπεζιτών καθώς και των χωρών που κυριαρχούν στην ευρωζώνη.
Από αυτή τη μελέτη παραθέτω στη συνέχεια το μεγαλύτερο τμήμα από την εισαγωγή, καθώς και κάποια άλλα χαρακτηριστικά σημεία.
Να σημειώσω, ότι στην εν λόγω μελέτη περιλαμβάνονται και πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν - σε αντίθεση με την κυριαρχούσα συστημική προπαγάνδα - ποιοι ευθύνονται για την επιβολή των μνημονίων (που οπωσδήποτε δεν είναι αυτοί που τα πληρώνουν), στοιχεία που θα παραθέσω σε επόμενο σημείωμα.
... Για την περίοδο 1996-2008, εκ πρώτης όψεως, η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας μοιάζει με σαξές στόρυ! Η ενσωμάτωση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, στη συνέχεια, στην ευρωζώνη μοιάζει να πετυχαίνει. Το ποσοστό οικονομικής ανάπτυξης είναι υψηλό, υψηλότερο από αυτό των πιο ισχυρών οικονομιών της Ευρώπης.
Στην πραγματικότητα, η φαινομενική αυτή επιτυχία έκρυβε ένα ελάττωμα, όπως συνέβη σε πολλές άλλες χώρες: όχι μόνο στην Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύπρο, στις δημοκρατίες της Βαλτικής, στην Σλοβενία αλλά και στο Βέλγιο, στις Κάτω Χώρες, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Αυστρία,… τις οποίες η τραπεζική κρίση επηρέασε πολύ από το 2008. Και δεν πρέπει να ξεχάσουμε την Ιταλία, την οποία η τραπεζική κρίση πρόλαβε μερικά χρόνια αργότερα από τις άλλες οικονομίες.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η δημιουργία της ευρωζώνης γέννησε σημαντικές χρηματο-οικονομικές ροές, ασταθείς και συχνά κερδοσκοπικές, οι οποίες κατευθύνθηκαν από τις οικονομίες του Κέντρου (Γερμανία, Γαλλία, Μπενελούξ, Αυστρία…) προς τις χώρες της περιφέρειας (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Σλοβενία, κλπ.).
Οι μεγάλες ιδιωτικές τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα των οικονομιών του κέντρου δάνεισαν χρήματα στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα των περιφερειακών οικονομιών διότι ήταν πιο επωφελές να επενδύσουν σε αυτές τις χώρες παρά στις εθνικές αγορές των οικονομιών του κέντρου. Η ύπαρξη ενός ενιαίου νομίσματος, του ευρώ, ενθάρρυνε τις ροές αυτές διότι δεν υπήρχε πλέον κίνδυνος υποτίμησης σε περίπτωση κρίσης στις χώρες της περιφέρειας.
Από αυτή τη μελέτη παραθέτω στη συνέχεια το μεγαλύτερο τμήμα από την εισαγωγή, καθώς και κάποια άλλα χαρακτηριστικά σημεία.
Να σημειώσω, ότι στην εν λόγω μελέτη περιλαμβάνονται και πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν - σε αντίθεση με την κυριαρχούσα συστημική προπαγάνδα - ποιοι ευθύνονται για την επιβολή των μνημονίων (που οπωσδήποτε δεν είναι αυτοί που τα πληρώνουν), στοιχεία που θα παραθέσω σε επόμενο σημείωμα.
... Για την περίοδο 1996-2008, εκ πρώτης όψεως, η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας μοιάζει με σαξές στόρυ! Η ενσωμάτωση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, στη συνέχεια, στην ευρωζώνη μοιάζει να πετυχαίνει. Το ποσοστό οικονομικής ανάπτυξης είναι υψηλό, υψηλότερο από αυτό των πιο ισχυρών οικονομιών της Ευρώπης.
Στην πραγματικότητα, η φαινομενική αυτή επιτυχία έκρυβε ένα ελάττωμα, όπως συνέβη σε πολλές άλλες χώρες: όχι μόνο στην Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύπρο, στις δημοκρατίες της Βαλτικής, στην Σλοβενία αλλά και στο Βέλγιο, στις Κάτω Χώρες, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Αυστρία,… τις οποίες η τραπεζική κρίση επηρέασε πολύ από το 2008. Και δεν πρέπει να ξεχάσουμε την Ιταλία, την οποία η τραπεζική κρίση πρόλαβε μερικά χρόνια αργότερα από τις άλλες οικονομίες.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η δημιουργία της ευρωζώνης γέννησε σημαντικές χρηματο-οικονομικές ροές, ασταθείς και συχνά κερδοσκοπικές, οι οποίες κατευθύνθηκαν από τις οικονομίες του Κέντρου (Γερμανία, Γαλλία, Μπενελούξ, Αυστρία…) προς τις χώρες της περιφέρειας (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Σλοβενία, κλπ.).
Οι μεγάλες ιδιωτικές τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα των οικονομιών του κέντρου δάνεισαν χρήματα στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα των περιφερειακών οικονομιών διότι ήταν πιο επωφελές να επενδύσουν σε αυτές τις χώρες παρά στις εθνικές αγορές των οικονομιών του κέντρου. Η ύπαρξη ενός ενιαίου νομίσματος, του ευρώ, ενθάρρυνε τις ροές αυτές διότι δεν υπήρχε πλέον κίνδυνος υποτίμησης σε περίπτωση κρίσης στις χώρες της περιφέρειας.

