Πολλά από αυτά που έχουμε οι Έλληνες δεν τα εκτιμούμε, τουλάχιστον όσο θα έπρεπε. Ένα από αυτά είναι η γλώσσα μας. Μια γλώσσα πολυδιάστατη με τεράστιες δυνατότητες, τις οποίες δεν έχουμε εκμεταλλευτεί εμείς οι ίδιοι. Υπάρχουν όμως ξένοι σε αρκετές άλλες χώρες που προσπαθούν να ξεκλειδώσουν τις αρετές της. Που την διδάσκουν και την διδάσκονται γνωρίζοντας ότι μόνο όφελος θα έχουν από την εκμάθησή της.
Το παρακάτω σχετικά σύντομο άρθρο μάς ενημερώνει για μερικά από τα προτερήματά της, αλλά κυρίως για την εκτίμηση που της τρέφουν πολίτες άλλων χωρών που δεν είχαν την τύχη να έχουν την ελληνική ως μητρική τους γλώσσα.
Το παρακάτω σχετικά σύντομο άρθρο μάς ενημερώνει για μερικά από τα προτερήματά της, αλλά κυρίως για την εκτίμηση που της τρέφουν πολίτες άλλων χωρών που δεν είχαν την τύχη να έχουν την ελληνική ως μητρική τους γλώσσα.
Η Ελληνική γλώσσα η οποία ομιλείται και γράφεται επί τρεις χιλιάδες συναπτά έτη είναι το αφετηριακό συγκριτικό πλεονέκτημα που έχει η Ελλάδα στην άσκηση πολιτιστικής διπλωματίας.
H σπουδαιότητά της δεν έγκειται μοναχά στους αμέτρητους διαφορετικούς ελληνικούς λεκτικούς τύπους τους οποίους συναντά κανείς σε κάποιο ξενόγλωσσο ακαδημαϊκό βιβλίο αλλά στο γεγονός πως λέξεις όπως «Δημοκρατία», «Ποίηση», «Λόγος» ή «Σύστημα», εξηγούν την αιτία για την οποία συμβαίνουν ορισμένα πράγματα. Αυτό καθιστά την ελληνική γλώσσα εννοιολογική και την ξεχωρίζει από τις σημειολογικές γλώσσες.
Όταν για παράδειγμα ομιλούμε για τους ολυμπιακούς αγώνες το αγγλικό
game ή το γαλλικό jeu δεν έχουν ουδεμία σχέση με τον ελληνικό όρο αγών η
ρίζα του οποίου είναι από το άγω και το ηγούμαι, συγγενής λέξη με την
λέξη αγωγή - αγωγός - παιδαγωγός. Επομένως η κύρια διαφορά παιχνιδιού
και αγώνα είναι ότι ο τελευταίος δεν περιορίζεται στον σωματικό
ανταγωνισμό αλλά στην ηθική εκγύμναση. Για τον λόγο αυτό αντί για κάποιο
χρηματικό έπαθλο ή κάποια υλική ανταμοιβή οι αθλητές που συμμετείχαν
στους Ολυμπιακούς αγώνες λάμβαναν ένα στεφάνι ελιάς.
