To 1984, το βιβλίο του Τζωρτζ Όργουελ, λογικά, οι περισσότεροι θα το έχετε διαβάσει σε κάποια στιγμή της ζωής σας.
Αυτές τις μέρες - γιατί άραγε; - μου ήλθε πάλι στο νου αυτό το βιβλίο, το τράβηξα από τη βιβλιοθήκη μου και βάλθηκα να το ξεφυλλίζω. Στάθηκα σε κάποιο σημείο, λίγο μετά τη σελίδα 80, διάβαζα κι έκανα συνειρμούς. Είναι οι γραμμές που παραθέτω παρακάτω. Ας τις θυμηθούν όσοι το έχουν διαβάσει και όσοι δεν το έχουν διαβάσει μπορεί να παρακινηθούν να το βρουν και να δουν γιατί αυτό το βιβλίο θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα έργα των τελευταίων 60-70 χρόνων.
" ...έγραψε:
Αυτές τις μέρες - γιατί άραγε; - μου ήλθε πάλι στο νου αυτό το βιβλίο, το τράβηξα από τη βιβλιοθήκη μου και βάλθηκα να το ξεφυλλίζω. Στάθηκα σε κάποιο σημείο, λίγο μετά τη σελίδα 80, διάβαζα κι έκανα συνειρμούς. Είναι οι γραμμές που παραθέτω παρακάτω. Ας τις θυμηθούν όσοι το έχουν διαβάσει και όσοι δεν το έχουν διαβάσει μπορεί να παρακινηθούν να το βρουν και να δουν γιατί αυτό το βιβλίο θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα έργα των τελευταίων 60-70 χρόνων.
" ...έγραψε:
Δεν θα
επαναστατήσουν αν δεν αποκτήσουν συνείδηση, και δε θ’ αποκτήσουν συνείδηση αν
δεν επαναστατήσουν.
Αυτό,
σκέφτηκε, θα μπορούσε να ’vαι σχεδόν αντιγραφή από κάποιο βιβλίο του Κόμματος.
Το Κόμμα, βέβαια, ισχυριζόταν πως είχε απελευθερώσει τους προλετάριους από τη
σκλαβιά. Πριν από την Επανάσταση, είχαν γνωρίσει φοβερή καταπίεση από τους
καπιταλιστές. Τους άφηναν να πεθαίνουν από την πείνα, τους μαστίγωναν, έστελναν
τις γυναίκες να δουλεύουν στα ανθρακωρυχεία (στην πραγματικότητα, ακόμα και
τώρα οι γυναίκες δούλευαν στα ανθρακωρυχεία), πουλούσαν τα παιδιά τους στις
φάμπρικες από έξι χρονών. Παράλληλα όμως μ' αυτά, πιστό στις αρχές της διπλής
σκέψης, το Κόμμα δίδασκε ότι οι προλετάριοι ήταν από τη φύση τους κατώτερα όντα
και ότι έπρεπε να κρατιούνται σε υποταγή σαν τα ζώα. Για να συμβαίνει αυτό,
έπρεπε να εφαρμόζονται μερικοί απλοί κανόνες. Ήταν γεγονός ότι πολύ λίγα
πράγματα ήταν γνωστά για τους προλετάριους. Δεν χρειαζόταν να ξέρει κανείς
πολλά γι’ αυτούς. Όσο συνέχιζαν να δουλεύουν και να γεννοβολούν, όλες οι άλλες
δραστηριότητές τους δεν είχαν σημασία. Αφημένοι στην τύχη τους, σαν τα
αμολημένα κοπάδια στις πεδιάδες της Αργεντινής, είχαν ξαναγυρίσει σ’ έναν τρόπο
ζωής που τους φαινόταν φυσικός, πάνω στα πρότυπα των προγόνων τους.
Γεννιούνταν, μεγάλωναν στους δρόμους, πήγαιναν στη δουλειά από τα δώδεκα τους
χρόνια, περνούσαν μια σύντομη περίοδο ανθηρής ομορφιάς και σεξουαλικού πόθου,
παντρεύονταν στα είκοσι, ήταν κιόλας μεσόκοποι στα τριάντα, και πέθαιναν
συνήθως γύρω στα εξήντα τους. Η βαριά δουλειά, η φροντίδα για το σπίτι και τα
παιδιά, οι μικροπρεπείς καβγάδες με τους γείτονες, κινηματογράφος, ποδόσφαιρο,
μπίρα και προπάντων ο τζόγος, ήταν όλος κι όλος ο πνευματικός τους ορίζοντας.
Δεν ήταν δύσκολο να τους ελέγχει το Κόμμα. Ανάμεσά τους κυκλοφορούσαν διαρκώς
πράκτορες της Αστυνομίας της Σκέψης, διαδίδοντας ψεύτικες φήμες. Και σημείωναν
και εξοστράκιζαν τα λίγα άτομα που έκριναν ότι μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνα.
Δεν έκαναν όμως καμιά προσπάθεια να τους μυήσουν στην ιδεολογία του Κόμματος.
Το Κόμμα δεν ήθελε να έχουν οι προλετάριοι πολιτική συνείδηση.
