«Θα μπορούσε, εξάλλου, κάποιος να απορεί και σχετικά για το ποιας κινήσεως ο χρόνος είναι αριθμός. Ή μήπως είναι οποιασδήποτε; Διότι, είναι αλήθεια ότι μέσα στον χρόνο και γίνονται πράγματα και φθείρονται και αυξάνονται και αλλοιώνονται και μετατοπίζονται... Επειδή τώρα υπάρχει μετατόπιση και ένα είδος της είναι η κυκλική μετατόπιση, και επειδή κάθε πράγμα επιδεκτικό αριθμήσεως αριθμείται με μονάδα μέτρησης από το ίδιο γένος, οι μονάδες δηλαδή με τη μονάδα και οι ίπποι με τον ίππο, έτσι και ο χρόνος αριθμείται με μέτρο έναν ορισμένο χρόνο, και μετριέται, όπως ακριβώς είπαμε, τόσο ο χρόνος με μέτρο την κίνηση όσο και η κίνηση με μέτρο τον χρόνο... αν, λοιπόν, το πρώτο, από τα πράγματα που ανήκουν στο ίδιο γένος, είναι μέτρο όλων των άλλων, τότε η ομαλή κυκλική κίνηση είναι κατ’ εξοχήν μέτρο, επειδή ο αριθμός αυτής της κίνησης είναι ο πιο οικείος σε όλους. Ενώ, λοιπόν, δεν υπάρχει αλλοίωση ούτε αύξηση ούτε γένεση ομαλή, τέτοια μετατόπιση ωστόσο υπάρχει. Γι’ αυτό και θεωρείται ο χρόνος ότι είναι κίνηση της σφαίρας (του σύμπαντος), επειδή με αυτήν ακριβώς την κίνηση μετριούνται όλες οι άλλες κινήσεις και συνεπώς και ο χρόνος μετριέται με αυτήν την κίνηση... Πράγματι, και αυτός ο ίδιος ο χρόνος θεωρείται ότι είναι ένα είδος κύκλου. Αυτό, εξάλλου, θεωρείται πάλι ότι έτσι είναι, επειδή αυτού του είδους μετατόπισης είναι μέτρο ο χρόνος και μετριέται και αυτός ο ίδιος από μια μετατόπιση αυτού του είδους»
Ο Αριστοτέλης εκτιμά ότι το ερώτημα για τη φύση του χρόνου δεν μπορεί να απαντηθεί επαρκώς αν πρώτα δεν δικαιολογηθεί και δεν επιβεβαιωθεί πλήρως το φυσικό και λογικό πρωτείο της ομαλής περιφοράς έναντι όλων των άλλων φυσικών μεταβολών. Η ομαλή περιφορά δεν είναι ωστόσο εδώ μια αφηρημένη έννοια, υποκείμενη στους νόμους μιας ιδεατής (μαθηματικής) κατασκευής. Πρόκειται, αντιθέτως, για την περιφορά ενός συγκεκριμένου φυσικού σώματος, του «ουρανού», τον οποίο ο Αριστοτέλης ορίζει ως το «σώμα που είναι συνεχόμενο με την έσχατη περιφορά του σύμπαντος, όπου βρίσκονται η σελήνη, ο ήλιος και μερικά από τα άστρα, διότι και γι’ αυτά λέμε πώς βρίσκονται στον ουρανό».
Από τα παραπάνω προκύπτει με
σαφήνεια ότι η αριστοτελική θεώρηση, σύμφωνα με την οποία ο χρόνος σχετίζεται
ουσιωδώς με την κίνηση της ουράνιας σφαίρας (ο χρόνος είναι η της σφαίρας
κίνησις), έχει τις ρίζες της σε μια καθαρά φυσική αντίληψη του χρόνου. Καθώς
τώρα η φυσική των Αρχαίων πραγματεύεται κατά κύριο λόγο την κυκλική κίνηση των
αιώνιων και άφθαρτων ουράνιων σωμάτων, η θεωρία του χρόνου είναι φυσικό να
βρίσκει τον ιδιαίτερο επιστημολογικό της τόπο στο εσωτερικό μιας θεωρίας περί
ουρανού, δηλαδή στο εσωτερικό μιας κοσμολογίας. Αυτό αποδεικνύει, εξάλλου, ένα
σημαντικό χωρίο της αριστοτελικής πραγματείας Περί Ουρανού, στο οποίο ο
Αριστοτέλης, αφού πρώτα υπενθυμίσει τον ορισμό του χρόνου που είχε ήδη
διατυπώσει στα Φυσικά, υπογραμμίζει την άμεση εξάρτηση του χρόνου από την
ύπαρξη και την κίνηση της ουράνιας σφαίρας:
«Ο χρόνος πάλι είναι το ποσό της
κίνησης και κίνηση χωρίς φυσικό σώμα δεν υπάρχει. Αποδείχτηκε, όμως, πώς έξω
από τον ουρανό ούτε υπάρχει ούτε ενδέχεται να υπάρξει σώμα. Επομένως, είναι
φανερό πώς... ούτε χρόνος υπάρχει έξω από τον ουρανό» (χρόνος δέ αριθμός
κινήσεως· κίνησις δ’ άνευ φυσικού σώματος ουκ έστιν. Έξω δέ του ουρανού
δέδεικται ότι ούτ’ έστιν ούτ’ ενδέχεται γενέσθαι σώμα. Φανερόν άρα ότι... ούτε
χρόνος έστιν έξω).
Ο αριστοτελικός χρόνος νοείται
κατ’ ανάγκη σε συνάρτηση με τον «ουρανό», δηλαδή σε συνάρτηση με «το φυσικό
σώμα που βρίσκεται στην έσχατη περιφορά του σύμπαντος» (σώμα φυσικόν το εν τη
έσχατη περιφορά του παντός), ή ακόμη, κατά μια άλλη, γενικότερη έννοια, σε
συνάρτηση με το «σώμα που περιέχεται στην έσχατη περιφορά, διότι συνηθίσαμε να
λέμε ουρανό το όλον και το σύμπαν» (το περιεχόμενον σώμα υπό της έσχατης
περιφοράς· το γάρ όλον και το παν ειώθαμεν λέγειν ουρανόν). Αυτό σημαίνει ότι ο
χρόνος, ιδωμένος καθ’ αυτόν, οφείλει να γίνει ευθύς εξαρχής κατανοητός ως
κυκλικός κοσμικός χρόνος. Εξηγείται έτσι το αριστοτελικό σχόλιο, σύμφωνα με το
οποίο «και αυτός ο ίδιος ο χρόνος θεωρείται ότι είναι ένα είδος κύκλου» (και
γάρ ο χρόνος αυτός είναι δοκεί κύκλος τις).
Στο πλαίσιο αυτό βρίσκει την
οριστική λύση του ένα πρόβλημα που η οξυδερκής παρατήρηση του Αντιφώντα και του
Κριτόλαου είχε αφήσει εκκρεμές: ο χρόνος δεν είναι «οντότητα», δεν είναι όμως
ούτε «διανόημα», δεν εξαρτάται δηλαδή από μια θεωρία του υποκειμένου, η οποία
μπορεί να εμφανίζεται κατά βούληση ως θεωρία της συνείδησης, του πνεύματος ή
της ψυχής. Αντίθετα, ο χρόνος είναι «μέτρο» της κοσμικής κίνησης (και
αντιστρόφως), γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει την αποκλειστική εξάρτηση της
αριστοτελικής έννοιας του χρόνου από τη φυσική.
