Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάνος Παναγιώτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάνος Παναγιώτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Ιουνίου 2013

Η επίθεση του Ευρώ (του Πάνου Παναγιώτου)

Όλο και περισσότερο ακούγεται ότι ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος θα είναι οικονομικός, ...και ίσως δεν θα έπρεπε να αναφερόμαστε σε μέλλοντα χρόνο. Για να το συγκεκριμενοποιήσουμε, μήπως πρέπει να πούμε ότι ο πόλεμος στον οποίον αναφερόμαστε είναι νομισματικός και αναφερόμαστε στη διαμάχη επικράτησης ανάμεσα στο δολάριο και το ευρώ;
Το παρακάτω άρθρο του Πάνου Παναγιώτου είναι το πρώτο από μια σειρά άρθρων πάνω σε αυτό το θέμα που σκοπεύω να αναρτήσω.



Το 1998, έτος δημι­ουργίας του νομί­σματος της Ευρωπαϊ­κής Ένωσης, του ευρώ, το 69,3% των διεθνών συναλλαγματικών αποθεματικών βρισκό­ταν σε αμερικανικό δολάριο και μόλις το 13,8% στο κύριο ανταγωνιστικό του νόμι­σμα, το γερμανικό μάρκο. Το δολάριο ήταν μακράν το βασικότερο μέσο αποθήκευσης πλούτου και το κατεξοχήν νόμισμα του διεθνούς εμπορίου, των οικονομικών και χρηματοοικονομικών συναλλαγών και της αγοράς ομολόγων / χρέους.
Ένα χρόνο αργότερα, το 1999, το νέο ευρωπαϊκό νόμισμα βρέθηκε να συμμετέχει στα διεθνή συναλλαγματικά αποθεματικά με 17,9%, εξαιτίας της υιοθέτησής του από χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία, αλλά τα ποσοστά των διεθνών συναλλαγματικών αποθεματικών σε δολάριο αυξήθηκαν σε 71 %, αποτυπώνοντας έλλειψη εμπιστοσύνης στο ευρωπαϊκό νόμισμα σε ό,τι αφορούσε στην προοπτική του να αποτελέσει εναλλα­κτικό αποθεματικό νόμισμα του δολαρίου.
Στα επόμενα χρόνια όμως και ιδιαίτερα μετά το σκάσιμο της φούσκας τεχνολογίας στις ΗΠΑ, το 2001, και τον πόλεμο των ΗΠΑ στο Ιράκ, το 2003, εγκαθιδρύθηκε μια πρω­τοφανής τάση μείωσης των διεθνών συ­ναλλαγματικών σε δολάριο με ταυτόχρονη στροφή προς το ευρώ. Η τάση ενισχύθηκε περισσότερο μετά την κρίση στην αμερικα­νική αγορά κατοικίας, το 2006, και πήρε δια­στάσεις λαίλαπας από το τραπεζικό κραχ που ακολούθησε. Μέχρι το 2009 τα διεθνή συναλ­λαγματικά σε ευρώ είχαν αυξηθεί στο 27,6%, καταγράφοντας άνοδο μεγαλύτερη του 50% από το 1999, ενώ αυτά σε δολάριο είχαν μειωθεί στο 62,1%, ποσοστό που αποτελούσε αρνητικό ρεκόρ. Για πρώτη φορά από τον πόλεμο του Βιετνάμ, ο οποίος και είχε οδηγή­σει στην κατάρρευση του νομισματικού συστήματος με επίκεντρο τον χρυσό, ο κόσμος είχε χάσει την εμπιστοσύνη του απέναντι στο δολάριο και διεκδικούσε την αποκαθήλωσή του και τη συμμετοχή του με πολύ μικρότερο βάρος σ'ένα νέο νομισματικό σύστημα όπου το ευρώ θα είχε τον πρώτο λόγο.

20 Μαΐου 2013

Πώς φτάσαμε στη διεθνή ανυποληψία (του Πάνου Παναγιώτου)

Ότι η προσφυγή στο ΔΝΤ δεν ήταν αναγκαία, αλλά προαποφασισμένη, πρέπει να θεωρείται ως γεγονός βεβαιωμένο, αν λάβουμε υπόψη μας τα στοιχεία που έρχονται στο φως, το ένα μετά το άλλο. Δηλαδή από την παραποίηση των στατιστικών στοιχείων της ελληνικής οικονομίας για το 2009, προκειμένου να θεωρηθεί απαραίτητη η "διάσωση" της χώρας μας από τους "εταίρους" μας με τη συνδρομή του ΔΝΤ, μέχρι την αποκάλυψη του λάθους πολλαπλασιαστή, λάθους που έγινε άραγε αθέλητα; από άγνοια; ή μήπως σε σύμπνοια με τις επιταγές του ντουέτου Σόιμπλε-Μέρκελ;
Στο παρακάτω άρθρο ο Πάνος Παναγιώτου βασιζόμενος σε εμπιστευτικά έγγραφα της αμερικανικής πρεσβείας, στα οποία αναφέρονται οι χειρισμοί της ελληνικής κυβέρνησης την περίοδο που μας ενδιαφέρει, αποκαλύπτει τις ευθύνες αυτών που οδήγησαν τη χώρα και πιο συγκεκριμένα τους έλληνες πολίτες στη μεγαλύτερη καταστροφή που γνώρισαν τα τελευταία 60 χρόνια!
(Λόγω της έκτασης του άρθρου αναδημοσιεύω το δεύτερο μέρος του, που αναφέρεται στα αμερικανικά έγγραφα)


Πώς φτάσαμε στη διεθνή ανυποληψία (του Πάνου Παναγιώτου)

...Με δεδομένες τις προεκλογικές του υποσχέσεις ο Γ. Παπανδρέου δίσταζε να προ­χωρήσει σε ανακοίνωση πραγματικών μέτρων για τη χρηματοδότηση της επιβίωσης του κράτους και της παραμονής της χώρας στο ευρώ, «αποφεύγοντας να συγκεκριμενοποιή­σει μέτρα», όπως αναφέρεται σε εμπιστευτικό έγγραφο.
Στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει την αλλαγή πολιτικής του και να κάμψει τις αντι­στάσεις για προσφυγή στο ΔΝΤ, αναγκάστη­κε να προχωρήσει ένα επίπεδο παραπέρα, αμφισβητώντας το σύνολο των ελληνικών στατιστικών στοιχείων και αναδεικνύοντας ως πρωταρχικό, αν όχι μοναδικό, στόχο της κυβέρνησής του την απόδειξη ότι η ελληνική οικονομία ήταν κατεστραμμένη, στα πρόθυρα της πτώχευσης, και σχεδόν ανίκανη να χρημα­τοδοτήσει τα ελλείμματα και το χρέος της, κάτι το οποίο αποδεικνύεται πως δεν ίσχυε.
Πώς στήθηκε ο τραπεζικός μηχανισμός στήριξης
Όπως αποκαλύπτεται σε έγγραφο της αμερι­κανικής πρεσβείας στην Αθήνα με ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου 2009 και το οποίο χαρακτηρί­ζεται «ευαίσθητο», οι ελληνικές τράπεζες εκ­μεταλλεύτηκαν το πρόγραμμα παροχής επεί­γουσας ρευστότητας από την ΕΚΤ για να αγο­ράσουν ελληνικό χρέος, χρηματοδοτώντας με το αζημίωτο τις ανάγκες του Δημοσίου και των ταμείων, με αποτέλεσμα τα επιτόκια των ελλη­νικών ομολόγων να αποκλιμακωθούν στα προ κρίσης επίπεδα και η πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας να παραμείνει στην κατηγορία Α μέχρι και τις 22 Οκτωβρίου 2009, δεκαοχτώ ημέρες μετά την εκλογή Παπανδρέου.
Όπως αναφέρεται στο έγγραφο, «οι ελλη­νικές τράπεζες είναι μεταξύ αυτών που δα­νείστηκαν περισσότερο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με αθροιστικό δανεισμό 47 δις ευρώ (από 53 δις ευρώ κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού), τα οποία άντλησαν από το ειδικό παράθυρο ρευστότητας (συνολικού ύψους 680 δις ευρώ από περιουσιακά στοιχεία που δέχεται η ΕΚΤ), που άνοιξε για να βοηθή­σει τις ευρωπαϊκές τράπεζες να ξεπεράσουν την έλλειψη ρευστότητας που προκλήθηκε από τη χρηματοοικονομική κρίση».

21 Απριλίου 2013

Η τραπεζική ελίτ που ελέγχει την παγκόσμια οικονομία

Πολύς λόγος έγινε πρόσφατα για το μέγεθος του τραπεζικού τομέα της Κύπρου σε σύγκριση με το ΑΕΠ. Προσπάθησαν να μας πείσουν (παραπληροφορώντας μας, όπως πάντα) ότι αυτό αποτελούσε μοναδικό, ή έστω ένα από τα λίγα παραδείγματα παγκοσμίως. Η αλήθεια φυσικά είναι πολύ διαφορετική.
Στο κεφάλαιο που παραθέτω παρακάτω από το βιβλίο του Πάνου Παναγιώτου "Το ταγκό των αγορών & ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΛΠΟ" αποδεικνύεται ότι υπάρχει μια ελίτ, σχετιζόμενη με το τραπεζικό σύστημα, που ελέγχει την παγκόσμια οικονομία.


Το ελίτ τραπεζικό δίκτυο
Αν και θεωρητικά οι τράπεζες έχουν ως πρωταρχικό στόχο τη συν­δρομή τους στην οικονομική ανάπτυξη των κρατών, στην πράξη εμφανίζονται πολύ πιο «ανεπτυγμένες» από αυτά. Το αθροιστικό ύψος των περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών σε όλα σχεδόν τα ανεπτυγμένη κράτη του κόσμου είναι πολλαπλάσιο τόσο του συνο­λικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), όσο και του κρα­τικού χρέους τους. Με το μέγεθος των τραπεζών δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τις οικονομίες των κρατών και με τη θέση τους στο σύγχρονο χρηματοοικονομικό σύστημα να είναι ζωτική και καίρια, δημιουργείται μια κατάσταση που μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα τοποθετημένη στην καρδιά της παγκόσμιας οι­κονομίας. Κάθε φορά που η βόμβα αυτή ενεργοποιείται εξαιτίας μιας οξείας κρίσης του τραπεζικού κλάδου, το ωστικό κύμα της αφήνει θύματά του τα κράτη, τα οποία στην προσπάθειά τους να «σώσουν» τις τράπεζες οδηγούνται σε κρίσεις ελλειμμάτων, χρέους, σε οικονομική ύφεση και, τελικά, σε κρίση πτωχεύσεων.
Ο πιο μεγάλος φόβος των κρατών κατά την εκδήλωση μιας τραπεζικής κρίσης είναι πως οι συνέπειές της θα αποδειχτούν καταστροφικές για το σύνολο της οικονομίας, αν δε χρησιμοποιη­θούν κρατικοί πόροι προκειμένου να προστατευτούν οι τράπεζες και αν, αντί αυτού, αφεθούν να καταρρεύσουν. Στο δίλημμα «επι­τρέπουμε στις τράπεζες να πτωχεύσουν και αποτρέπουμε να επιβαρυνθούν με το κόστος της κρίσης οι πολίτες ή σώζουμε τις τρά­πεζες επιβαρύνοντας με το κόστος διάσωσης τους πολίτες», υπερ­τερεί πάντοτε η επιλογή της δεύτερης «λύσης».
Αν και η τρέχουσα κρίση φαντάζει «μοναδική», στην πραγματι­κότητα οι οικονομίες παράγουν παρόμοιες κρίσεις εδώ και τετρακόσια πενήντα χρόνια. Και παρόλο που κάθε κρίση έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, υπάρχουν κάποια συστατικά χωρίς τα οποία η «συνταγή» της δεν πετυχαίνει. Το σημαντικότερο από αυτά είναι μάλλον ο ρόλος και η λειτουργία μιας ελίτ τραπεζικών ιδρυμάτων, που με την ανοχή και τη συνεργασία των κυβερνήσεων κατορθώνουν να αποκτήσουν πρωτεύοντα ρόλο στην οικονομία, έτσι ώστε η ανάπτυξη να περνά υποχρεωτικά μέσα από αυτά. Ταυ­τόχρονα, γίνονται τόσο ισχυρά και σημαντικά για το σύστημα ώστε, κατά μία έννοια, φτάνουν να ταυτίζονται με αυτό με τρόπο που η ύπαρξη του ενός να εξαρτάται από την ύπαρξη του άλλου.
Γεννιέται ωστόσο το ερώτημα πώς καταλήγουν κάποιες τρά­πεζες να γίνουν τόσο σημαντικές για το διεθνές χρηματοοικονο­μικό σύστημα, ώστε το ενδεχόμενο κατάρρευσης έστω και μίας από αυτές να εκλαμβάνεται από τα κράτη ως συστημική απειλή. Για ποιο λόγο συγκεκριμένες τράπεζες συνδέονται τόσο με την ομαλή πορεία, αν όχι με την επιβίωση, της παγκόσμιας οικονομί­ας, έτσι που αν βρεθούν σε κρίση η «διάσωσή» τους με κρατικά κεφάλαια να μοιάζει επιβεβλημένη;
GreekBloggers.com