O Στεφάν Εσέλ, ο βετεράνος γάλλος διπλωμάτης και αντιστασιακός που προκάλεσε αίσθηση το 2010 με το βιβλίο του "Αγανακτήστε!", απεβίωσε σε ηλικία 95 ετών «στη διάρκεια της νύχτας» όπως ανακοίνωσε η σύζυγός του. Ξημέρωνε η 27η Φεβρουαρίου 2013.
Ας θυμηθούμε μερικές σκέψεις του, όπως αποτυπώθηκαν σε κάποιες συνεντεύξεις του.
Γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1917. Σπούδασε στη Γαλλία όπου και έλαβε
την γαλλική ιθαγένεια πριν παρουσιαστεί στον στρατό. Συνελήφθη από τη
Γκεστάπο. Επέζησε από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης του
Μπούχενβαλντ και του Ντόρα Μίτελμπαου και υπήρξε ο νεότερος συντελεστής
της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το 1948.
«Το
βασικό κίνητρο της αντίστασης είναι η αγανάκτηση» έγραφε το 2010.
Ο Στεφάν Εσέλ οραματιζόταν «μια κοινωνία για την οποία θα είμαστε περήφανοι, όπου δεν θα θίγονται οι συντάξεις, οι κατακτήσεις της Κοινωνικής Ασφάλισης, όπου τα ΜΜΕ θα είναι στην υπηρεσία των αδυνάτων»
Ας θυμηθούμε μερικές σκέψεις του, όπως αποτυπώθηκαν σε κάποιες συνεντεύξεις του.
«Η νομιμότητα των αξιών είναι πολύ πιο
σημαντική από τους νόμους του κράτους. Έχουμε το καθήκον, ως πολίτες, να
αμφισβητήσουμε τη νομιμότητα της κυβέρνησης. Οφείλουμε να σεβόμαστε τη
δημοκρατία, όταν, όμως, κάτι είναι νόμιμο αλλά χωρίς νομιμότητα, πρέπει να
διαμαρτυρόμαστε, να αντιστεκόμαστε και να δείχνουμε ανυπακοή».
« Η κινητήριος δύναμη της αντίστασης είναι
η αγανάκτηση. Ψάξτε και θα βρείτε: την τεράστια απόσταση που χωρίζει τους πολύ
φτωχούς με τους πολύ πλούσιους, τις διακρίσεις απέναντι στους μετανάστες χωρίς
χαρτιά και τους Ρομά, την άθλια κατάσταση του πλανήτη, τη δικτατορία των
χρηματοπιστωτικών αγορών. Πρέπει να πάψουμε να είμαστε απαθείς. Το συναίσθημα
που επικρατεί σήμερα είναι ότι “δεν υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε”
επειδή τα πράγματα δεν αλλάζουν και επειδή οι πολιτικές αποφάσεις παίρνονται
από τους έχοντες. Το χειρότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να νίψουμε τας
χείρας μας. Όπως λέει και ο Σατρ “ο αδιάφορος άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος”.
Πρέπει να γίνουμε υπεύθυνοι πολίτες. Όταν λέμε “δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα”
παραιτούμαστε, μας αφαιρούμε το νόημα της ύπαρξής μας».
