Όλα είναι ρευστά πλέον, όπως φαίνεται. Το αποτέλεσμα του ιταλικού δημοψηφίσματος, όσο και αν δεν προκάλεσε άμεσες εξελίξεις, δεν παύει να είναι ένας κρίκος της ευρωπαϊκής αλυσίδας που φαίνεται πως χαλαρώνει.
Το άρθρο του κ.Σταύρου Λυγερού που αναδημοσιεύω παρακάτω έχει γραφτεί περίπου μια βδομάδα νωρίτερα. Σε ορισμένα από τα θέματα που θίγει έχουν σημειωθεί κάποιες - έστω και ανεπαίσθητες - εξελίξεις. Παρ'όλα αυτά, καταγράφει και κάποιες προοπτικές σχετικά με το πού μπορεί να βαδίσουν τα πράγματα.
Όπως έχει καταστεί σαφές από τη ρητορική του, εδώ και καιρό ο Τσίπρας είχε επενδύσει όλες τις πολιτικές ελπίδες του στην ικανοποίηση από την Ευρωζώνη τριών αιτημάτων: Πρώτον, την επαρκή ελάφρυνση του χρέους. Δεύτερον τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο έληγε τον Μάρτιο και παρατείνεται μέχρι το τέλος του 2017. Τρίτον, τη μείωση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ από το 2018 και για τα επόμενα χρόνια.
Όσον αφορά το χρέος, το Eurogroup της 15ης Μαϊου 2016 είχε αποφασίσει την ανακοίνωση των λεγόμενων βραχυπρόθεσμων μέτρων ουσιαστικά πριν τη λήξη του 2016. Στην πραγματικότητα, πέρα από το ελληνικό αίτημα, ήταν η απαίτηση του ΔΝΤ που είχε υποχρεώσει τον Σόιμπλε να αποδεχθεί έστω και αυτό το λίγο. Υπενθυμίζουμε ότι η γερμανική Βουλή (και η ολλανδική) έχουν θέσει ως όρο για την εκταμίευση των δόσεων τη συμμετοχή του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα.
Το ΔΝΤ υποστηρίζει σταθερά δύο θέσεις που εξυπηρετούν την Αθήνα: Πρώτον ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο και ως εκ τούτου απαιτείται γενναία ελάφρυνσή του και μάλιστα άμεσα. Δεύτερον, ότι ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% από το 2018 και μετά είναι μη ρεαλιστικός και πως πρέπει να μειωθεί στο 1,5%. Είναι οι δύο θέσεις που δεν δέχεται το Βερολίνο.
Το άρθρο του κ.Σταύρου Λυγερού που αναδημοσιεύω παρακάτω έχει γραφτεί περίπου μια βδομάδα νωρίτερα. Σε ορισμένα από τα θέματα που θίγει έχουν σημειωθεί κάποιες - έστω και ανεπαίσθητες - εξελίξεις. Παρ'όλα αυτά, καταγράφει και κάποιες προοπτικές σχετικά με το πού μπορεί να βαδίσουν τα πράγματα.
Όπως έχει καταστεί σαφές από τη ρητορική του, εδώ και καιρό ο Τσίπρας είχε επενδύσει όλες τις πολιτικές ελπίδες του στην ικανοποίηση από την Ευρωζώνη τριών αιτημάτων: Πρώτον, την επαρκή ελάφρυνση του χρέους. Δεύτερον τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο έληγε τον Μάρτιο και παρατείνεται μέχρι το τέλος του 2017. Τρίτον, τη μείωση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ από το 2018 και για τα επόμενα χρόνια.
Όσον αφορά το χρέος, το Eurogroup της 15ης Μαϊου 2016 είχε αποφασίσει την ανακοίνωση των λεγόμενων βραχυπρόθεσμων μέτρων ουσιαστικά πριν τη λήξη του 2016. Στην πραγματικότητα, πέρα από το ελληνικό αίτημα, ήταν η απαίτηση του ΔΝΤ που είχε υποχρεώσει τον Σόιμπλε να αποδεχθεί έστω και αυτό το λίγο. Υπενθυμίζουμε ότι η γερμανική Βουλή (και η ολλανδική) έχουν θέσει ως όρο για την εκταμίευση των δόσεων τη συμμετοχή του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα.
Το ΔΝΤ υποστηρίζει σταθερά δύο θέσεις που εξυπηρετούν την Αθήνα: Πρώτον ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο και ως εκ τούτου απαιτείται γενναία ελάφρυνσή του και μάλιστα άμεσα. Δεύτερον, ότι ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% από το 2018 και μετά είναι μη ρεαλιστικός και πως πρέπει να μειωθεί στο 1,5%. Είναι οι δύο θέσεις που δεν δέχεται το Βερολίνο.



