Υπάρχει αντικειμενικά κάποιος τρόπος ζωής που μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα για τους ανθρώπους ή ο καθένας μας είναι σωστό να ακολουθεί τον τρόπο που του ταιριάζει; Κι επίσης, ποια είναι τα όρια που τίθενται στο δρόμο που αποφασίζει να ακολουθήσει ένας πολίτης- μέλος μιας κοινωνίας;
Πρόκειται για το θέμα του "ορθού βίου" που απασχολεί το γερμανό φιλόσοφο Jürgen Habermas και το εξετάζει στο κείμενό του που αναρτώ στη συνέχεια.
Ο Max Frisch βάζει τον εισαγγελέα που αντικρίζει τον «Stiller» να θέσει το ακόλουθο ερώτημα: «Πώς χειρίζεται ο άνθρωπος τον χρόνο της ζωής του; Είχα ελάχιστη συνείδηση του ερωτήματος, απλώς ένιωθα τη σύγχυση που μου προκαλούσε.» Ο Frisch διατυπώνει το ερώτημα σε οριστική έγκλιση. Ο στοχαστικός αναγνώστης, αγωνιώντας για τον εαυτό του, του προσδίδει μιαν εθική χροιά: «Πώς οφείλω να χειριστώ τον χρόνο της ζωής μου;» Για αρκετόν καιρό οι φιλόσοφοι πίστευαν πως είχαν έτοιμες τις κατάλληλες σχετικές συμβουλές. Σήμερα ωστόσο, μετά τη μεταφυσική, η φιλοσοφία δεν εμπιστεύεται πια τον εαυτό της για τη διατύπωση δεσμευτικών απαντήσεων σε ερωτήματα γύρω από το πώς να διάγει κανείς τον βίο του ατομικά ή και συλλογικά. Τα Minima Moralia (Σημ.Π.Σ.: Έργο του Theodor Adorno που μεταφράζεται ως "Μικρά Ηθικά" σε αντιδιαστολή με τα "Ηθικά Μεγάλα" -ή, λατινιστί, Magna Moralia- έργο που αποδίδεται στον Αριστοτέλη) ξεκινούν με ένα μελαγχολικό ρεφρέν εμπνευσμένο από την ευφρόσυνη επιστήμη του Nietzsche με την ομολογία μιας αδυναμίας: «Η θλιμμένη επιστήμη, απ’ την οποία προσφέρω στους φίλους μου κάποια πράγματα, αναφέρεται σ’ έναν τομέα που από αμνημονεύτων χρόνων θεωρούνταν ότι ανήκε κατεξοχήν στη φιλοσοφία [...] τη θεωρία περί του ορθού βίου.» Στο μεταξύ, όπως λέει ο Adorno, το έθος υποβαθμίστηκε σε θλιμμένη επιστήμη, αφού στην καλύτερη περίπτωση επιτρέπει διάσπαρτους, αφοριστικά διατυπωμένους «στοχασμούς από τον φθαρμένο βίο».

