Μου αρέσει να διαβάζω, συχνά, άρθρα που έχουν γραφεί πριν από καιρό (μήνες ή και χρόνια) ώστε να διαπιστώσω κατά πόσον ο αρθρογράφος έχει κάνει σωστές επισημάνσεις ή σχόλια, αφού μόνο όταν έχει περάσει αρκετός καιρός, είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε την εγκυρότητα των άρθρων που έχουμε διαβάσει.
Έτσι, σήμερα διάβασα αυτό το άρθρο του οικονομολόγου Βασίλη Βιλιάρδου, που πρωτοδημοσιεύτηκε στις
29 Νοεμβρίου του 2014. Δεν θα προκαταλάβω την άποψή σας. Σας αφήνω να το διαβάσετε και να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα.
Όταν μία μικρή χώρα βρεθεί σε δύσκολη οικονομική θέση, αδυνατώντας να εξοφλήσει τις οφειλές της, έχει δύο μόνο δυνατότητες στη διάθεση της: (α) να ζητήσει τη βοήθεια των δολοφόνων των λαών, του ΔΝΤ δηλαδή ή (β) να χρεοκοπήσει επίσημα, διαπραγματευόμενη αμέσως μετά με τους οφειλέτες της.
Στην περίπτωση που επιλέγει την πρώτη
λύση, η οποία είναι μάλλον μονόδρομος όταν έχει υπερχρεωθεί ο ιδιωτικός της
τομέας, όπως συνέβη με την Ιρλανδία, τότε δεν πρέπει μόνο να εφαρμόσει
απαρέγκλιτα τα μνημόνια που υπογράφει, αλλά να κάνει πολύ περισσότερα από αυτά
που της ζητούνται – όπως ακριβώς η Πορτογαλία, από την οποία απαιτήθηκαν
αποκρατικοποιήσεις 5,5 δις € και τις αύξησε στα 9 δις €.
Κάτι ανάλογο έκανε και η Ιρλανδία, οι πολίτες της οποίας ανέλαβαν, εκβιαζόμενοι βέβαια, τα χρέη των ιδιωτικών τραπεζών τους – σε πλήρη αντίθεση με την Ισλανδία, η οποία προτίμησε να τις αφήσει να χρεοκοπήσουν, αναλαμβάνοντας το ρίσκο (Σημ.Π.Σ.: Στέλνοντας αργότερα και 26 τραπεζίτες στη φυλακή).
Κάτι ανάλογο έκανε και η Ιρλανδία, οι πολίτες της οποίας ανέλαβαν, εκβιαζόμενοι βέβαια, τα χρέη των ιδιωτικών τραπεζών τους – σε πλήρη αντίθεση με την Ισλανδία, η οποία προτίμησε να τις αφήσει να χρεοκοπήσουν, αναλαμβάνοντας το ρίσκο (Σημ.Π.Σ.: Στέλνοντας αργότερα και 26 τραπεζίτες στη φυλακή).


