Αυτούς τους μετεκλογικούς μήνες, παρακολουθώντας τις διαπραγματεύσεις μεταξύ της νέας κυβέρνησης και των "δανειστών", αναρωτιέται κανείς αν μπορούν να συμβιώσουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες με τη δημοκρατία σε μια χώρα.
Παρατηρούμε ότι η επιλογή των πολιτών μετά από εκλογές για αλλαγή πολιτικής δεν αντιμετωπίζεται με "κατανόηση" από τα ευρωπαϊκά όργανα, τα οποία δεν ξεχωρίζουν δεξιές και αριστερές κυβερνήσεις, αλλά βλέπουν μόνο υποταγμένες κυβερνήσεις.
Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται ανάγλυφα και στην ανάλυση του κ.Σταύρου Λυγερού που αναδημοσιεύω από το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ της Κυριακής, που περιγράφει την κατάσταση που διαμορφώνεται με τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της ελληνικής πλευράς και των ευρωπαϊκών θεσμών.
Με την πλάτη στον τοίχο είναι πλέον η κυβέρνηση, αφού οι ελπίδες της για μια συμφωνία στη σύνοδο του Eurogroup της 24ης Απριλίου διαψεύδονται. Το Μέγαρο Μαξίμου συνεχίζει να εκφράζει την αισιοδοξία του ότι τελικά θα επιτευχθεί συμφωνία, αλλά η ρητορική του αυτή υπαγορεύεται κυρίως από τη σκοπιμότητα να μην προκληθεί περαιτέρω ανησυχία και ενταθούν η αιμορραγία του τραπεζικού συστήματος και το πάγωμα της αγοράς.
Στην πραγματικότητα, οι εν εξελίξει διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς είναι σε μεγάλο βαθμό προσχηματικές. Οι ελληνικές προτάσεις έχουν ελλείμματα όσον αφορά την επεξεργασία και την κοστολόγηση. Δεν είναι, όμως, αυτή η αιτία που εμποδίζει τη συμφωνία. Η αιτία είναι η άρνηση της Αθήνας να υποκύψει στις απαιτήσεις των δανειστών στα τέσσερα ζητήματα, τα οποία ανέφερε ο πρωθυπουργός στο Reuters:
■ Πρώτον, να αλλάξει το Ασφαλιστικό, κυρίως μειώνοντας συντάξεις (με τη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος) και αυξάνοντας τα όρια συνταξιοδότησης.
■ Δεύτερον, να καταργήσει και τις εναπομείνασες διατάξεις που προστατεύουν τους εργαζομένους, κυρίως επιτρέποντας τις ομαδικές απολύσεις.
■ Τρίτον, να αυξήσει τον ΦΠΑ στα νησιά.
■ Τέταρτον, να ξεπουλήσει τη δημόσια περιουσία και τα όποια έσοδα να πάνε στους δανειστές.
Παρατηρούμε ότι η επιλογή των πολιτών μετά από εκλογές για αλλαγή πολιτικής δεν αντιμετωπίζεται με "κατανόηση" από τα ευρωπαϊκά όργανα, τα οποία δεν ξεχωρίζουν δεξιές και αριστερές κυβερνήσεις, αλλά βλέπουν μόνο υποταγμένες κυβερνήσεις.
Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται ανάγλυφα και στην ανάλυση του κ.Σταύρου Λυγερού που αναδημοσιεύω από το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ της Κυριακής, που περιγράφει την κατάσταση που διαμορφώνεται με τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της ελληνικής πλευράς και των ευρωπαϊκών θεσμών.
Με την πλάτη στον τοίχο είναι πλέον η κυβέρνηση, αφού οι ελπίδες της για μια συμφωνία στη σύνοδο του Eurogroup της 24ης Απριλίου διαψεύδονται. Το Μέγαρο Μαξίμου συνεχίζει να εκφράζει την αισιοδοξία του ότι τελικά θα επιτευχθεί συμφωνία, αλλά η ρητορική του αυτή υπαγορεύεται κυρίως από τη σκοπιμότητα να μην προκληθεί περαιτέρω ανησυχία και ενταθούν η αιμορραγία του τραπεζικού συστήματος και το πάγωμα της αγοράς.
Στην πραγματικότητα, οι εν εξελίξει διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς είναι σε μεγάλο βαθμό προσχηματικές. Οι ελληνικές προτάσεις έχουν ελλείμματα όσον αφορά την επεξεργασία και την κοστολόγηση. Δεν είναι, όμως, αυτή η αιτία που εμποδίζει τη συμφωνία. Η αιτία είναι η άρνηση της Αθήνας να υποκύψει στις απαιτήσεις των δανειστών στα τέσσερα ζητήματα, τα οποία ανέφερε ο πρωθυπουργός στο Reuters:
■ Πρώτον, να αλλάξει το Ασφαλιστικό, κυρίως μειώνοντας συντάξεις (με τη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος) και αυξάνοντας τα όρια συνταξιοδότησης.
■ Δεύτερον, να καταργήσει και τις εναπομείνασες διατάξεις που προστατεύουν τους εργαζομένους, κυρίως επιτρέποντας τις ομαδικές απολύσεις.
■ Τρίτον, να αυξήσει τον ΦΠΑ στα νησιά.
■ Τέταρτον, να ξεπουλήσει τη δημόσια περιουσία και τα όποια έσοδα να πάνε στους δανειστές.








