Η Ελλάδα, (ή -καλύτερα- οι εκάστοτε κυβερνώντες), από την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό μέχρι σήμερα, ήταν πάντα προσδεδεμένη σε κάποια ξένη δύναμη. Δεν πρέπει να έχει υπάρξει ούτε μια μέρα πραγματικής ανεξαρτησίας, μια μέρα που να πάρθηκε μια απόφαση που δεν θα άρεσε στον εκάστοτε ξένο εντολοδόχο της κυβέρνησης.
Τα τελευταία τρία χρόνια οι έλληνες πολίτες ζουν μαρτυρικές μέρες, αφού εντολοδόχοι των κυβερνώντων είναι οι γερμανοί, οι οποίοι ιστορικά έχουν αποδειχτεί οι σκληρότεροι δυνάστες μας, ακόμα και από τους τούρκους, θα τολμούσα να πω. Αρκεί να θυμηθούμε τη δολοφονία ολόκληρων χωριών...
Επόμενο είναι να υπάρχει πίεση από τους έλληνες πολίτες - εννοώ αυτούς που η ζωή τους έχει γίνει μαρτυρική, όχι τους πολιτικούς, τους εγκάθετους δημοσιογράφους και τους ημέτερους/βολεμένους - για να αποτιναχθεί ο γερμανικός ζυγός. Αυτό όμως σημαίνει ότι θα πρέπει, αναγκαστικά να προσδεθούμε σε άλλο άρμα;
Αυτό το ερώτημα θέτει και ο κ.Θανάσης Χατζής στο παρακάτω άρθρο του.
Τα τελευταία τρία χρόνια οι έλληνες πολίτες ζουν μαρτυρικές μέρες, αφού εντολοδόχοι των κυβερνώντων είναι οι γερμανοί, οι οποίοι ιστορικά έχουν αποδειχτεί οι σκληρότεροι δυνάστες μας, ακόμα και από τους τούρκους, θα τολμούσα να πω. Αρκεί να θυμηθούμε τη δολοφονία ολόκληρων χωριών...
Επόμενο είναι να υπάρχει πίεση από τους έλληνες πολίτες - εννοώ αυτούς που η ζωή τους έχει γίνει μαρτυρική, όχι τους πολιτικούς, τους εγκάθετους δημοσιογράφους και τους ημέτερους/βολεμένους - για να αποτιναχθεί ο γερμανικός ζυγός. Αυτό όμως σημαίνει ότι θα πρέπει, αναγκαστικά να προσδεθούμε σε άλλο άρμα;
Αυτό το ερώτημα θέτει και ο κ.Θανάσης Χατζής στο παρακάτω άρθρο του.
Υφίσταται
ζήτημα επαναπρόσδεσης της Ελλάδας στο αμερικανικό άρμα;
Οι απόψεις των
ΗΠΑ για την ελληνική κρίση είναι σαφώς λογικότερες από τις νεοφιλελεύθερες
ψυχώσεις του γερμανοποιημένου ευρωπαϊκού Βορρά, που έχουν οδηγήσει την Ελλάδα
σε μια ύφεση, η οποία σωρευτικά βαδίζει στο 30%, και σε παγκόσμιο ρεκόρ που
ξεπερνά την ύφεση που ακολούθησε το Κραχ του 1929. Αλλά και η ελληνική κοινωνία
διαπνέεται από πρότυπα πολιτισμικά, κοινωνικά, οικονομικά κλπ, που είναι πιο
κοντά στο αμερικανικό lifestyle,
παρά στο βορειοευρωπαϊκό. «Λογικό», λοιπόν, να συζητείται μια τέτοια
επαναπρόσδεση. Εφικτό, όμως, δεν το λέει κανείς εύκολα...
'Οσοι
βλέπουν πόλεμο ΗΠΑ-Ευρώπης για την επιρροή στην Ελλάδα σημειώνουν ότι αυτός
ξεκίνησε το 1993 επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη, όταν είχε παρατηρηθεί για πρώτη
φορά μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο μία καθημερινή συμπεριφορά της
συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής ευθέως ανάλογη με τις διακυμάνσεις του
γερμανικού μάρκου. Αυτό θεωρήθηκε μεταξύ των «εντός των τειχών» ως μια «πρόβα
τζενεράλε» για την είσοδο της δραχμής που θα ακολουθούσε εφεξής στον τότε
σκληρό πυρήνα της ECU, μετέπειτα
Μηχανισμό Νομισματικών Ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και
στη συνέχεια του ευρώ. Λίγους μήνες αργότερα, την άνοιξη του 1994, θα
ακολουθούσε η επίθεση των Αγγλοσαξόνων κερδοσκόπων στη δραχμή ως
«προειδοποίηση», αλλά και ως «τεστ» αντοχής για την Ελληνική Οικονομία. Περίπου
ό,τι επαναλήφθηκε 16 χρόνια μετά, όταν η Ελλάδα έγινε ο «αδύναμος κρίκος» της
αλυσίδας της ευρωζώνης και πειραματόζωο...
Αλλά
και η πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ενός πρωθυπουργού που συνεργάστηκε άψογα
με τη γερμανική κυβέρνηση, θεωρήθηκε χτύπημα κατά της ευρωπαϊκής προοπτικής
της Ελλάδας, με τον νυν πρωθυπουργό να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο σε αυτήν...
Ως
την πρώτη προεδρική ορκωμοσία του Μπαράκ Ομπάμα τον Ιανουάριο του 2009, στο
τρίγωνο Ουάσιγκτον-Βερολίνο- Μπίλντερμπεργκ (και όχι Βρυξέλλες...) κυριαρχούσε
και μια «ιδεολογική»/γεωοικονομική συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Βερολίνου,
ότι θα έπρεπε να «τιμωρηθεί» η Ελλάδα: Αφ’ ενός για τα μεγάλα επιχειρηματικά
ανοίγματα που έκανε προς τις δύο ισχυρότερες χώρες των BRICS (Ρωσία,
Κίνα) και γεωπολιτικούς ανταγωνιστές της Δύσης. Αφ’ ετέρου για την πλέον αντι-νεοφιλελεύθερη
στάση της σε ζητήματα ανοίγματος υπηρεσιών και επαγγελμάτων, αγορών,
εργασιακών, κρατισμού, εργασιακών δικαιωμάτων κ.λπ. που δεν εξυπηρετούσαν τα ζητούμενα
της Νέας Τάξης.
Με
την αποχώρηση, όμως, των ακραίων νεοφιλελεύθερων εκφραστών του νόμου των
αγορών του Τζωρτζ Μπους, ο ιδεολογικός παράγοντας υπό τη διακυβέρνηση των
Δημοκρατικών «υποχώρησε». 'Οπως υποχώρησε ως ένα βαθμό και ο συγκρουσιακός
χαρακτήρας που επιχείρησαν να δώσουν στις σχέσεις τους με τους Ευρωπαίους οι
Ρεπουμπλικάνοι.
Οι
διαφορές, όμως, παραμένουν: τρεις μήνες μετά τον τσακωμό τους (και το «όργιο
φωνασκιών» που έγραψε ο «Σπήγκελ»), στις 19 Απριλίου στο G20, ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών,
Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και ο Αμερικανός ομόλογός του, Τζακ Λιου, επισκέφθηκαν την
Αθήνα με διαφορά 72 ωρών, όχι απλώς ξεκινώντας από μια διαφορετική αφετηρία
ανάλυσης και αντιμετώπισης του «ελληνικού προβλήματος», αλλά και μοιραζόμενοι
μια κοινή ανησυχία: ότι ο κίνδυνος να ξεσπάσει μια βαθιά πολιτική κρίση με
ανυπολόγιστες συνέπειες, με την καθημερινή απαξίωση του Κοινοβουλίου, την
άνοδο της άκρας Δεξιάς και τους προπηλακισμούς πολιτικών, έχει τις ρίζες του
στη συνεχή επιδείνωση της Οικονομίας και στις προβλέψεις όλων των διεθνών
οικονομικών Οίκων και αναλυτών ότι η ύφεση θα συνεχίσει να είναι απειλητική και
τη διετία 2013-2014, με ρυθμούς που να θέτουν σε κίνδυνο και την ίδια τη
δημοκρατική ομαλότητα. Έτσι, κύριο θέμα της ατζέντας στο τρίγωνο
Αθήνας/Ουάσιγκτον/Βερολίνου είναι «ανάπτυξη και βιωσιμότητα χρέους».
Το
τελευταίο που θα ήθελαν οι ΗΠΑ θα ήταν, μετά την Αίγυπτο και τα γεγονότα στην
Τουρκία και τη Συρία, να αποσταθεροποιηθεί το σύστημα και στην Ελλάδα, και να
γίνει η «γειτονιά» της Ανατολικής Μεσογείου ολόκληρη μια μαύρη τρύπα, με
ανυπολόγιστες συνέπειες. Αυτό και μόνο αρκεί ως δικαιολογία για να απαιτήσουν
από τους Γερμανούς να εκχωρήσουν μέρος της επιρροής τους στην Αθήνα, μιας και
το Βερολίνο στάθηκε ανίκανο να εμποδίσει τη δημιουργία συνθηκών που καθιστούν
επισφαλή την ομαλότητα.
. . . . . . .
Από τη Σκύλα στη
Χάρυβδη
Αναλυτές γύρω από θέματα είτε Οικονομίας είτε Γεωπολιτικής θεωρούν ότι η Ελλάδα θα επιβιώσει μόνο
εάν παραμείνει ουδέτερη ή, έστω, χωρίς εμφανή προτίμηση, διότι τα ανταλλάγματα
δεν φαίνεται να είναι άξια λόγου. Η γερμανική πλευρά, από τη μία, είναι
αδίστακτη και «σκυλεύει πτώματα», όπως λ.χ. με την επίσκεψη Σόιμπλε, ο οποίος ήλθε στην Αθήνα για να προμοτάρει τις γερμανικές τράπεζες στη
χρηματοδότηση της αμφίβολης «ανάπτυξης», αλλά και για να γνωστοποιήσει την
αντίθεσή του σε τυχόν «κούρεμα» του ελληνικού χρέους. Πιο απλά, τάζει «καθρεφτάκια στους ιθαγενείς».
Αλλά και η
αμερικανική πλευρά δεν πάει πίσω. Οι ΗΠΑ ελέγχουν το ΔΝΤ, αλλά ένα ΔΝΤ που
ενεργεί ως «οικονομικός δολοφόνος», χωρίς να έρχεται ούτε σεντ για επενδύσεις
από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Κινέζοι έρχονται... κοινοπραξίες... ο
ένας... ο άλλος... και όμως, για την ισχυρότερη Οικονομία του κόσμου η Ελλάδα
ως επενδυτικός προορισμός δεν υπάρχει. Ο ρόλος που παίζουν οι ΗΠΑ στην
ευρωπαϊκή κρίση, το χάσμα μεταξύ Ουάσινγκτον και Βερολίνου στην πολιτική αντιμετώπισής
της και η συνάντηση του Μπαράκ Ομπάμα με τον Έλληνα Πρωθυπουργό, κρίνεται από
τους επαΐοντες αναλυτές σημαντική τόσο από πλευράς ουσίας, όσο και συμβολισμού.
Σύμφωνα με αυτούς, η οικονομική κατάσταση στην ευρωζώνη συνεχίζει να αποτελεί
«εν δυνάμει κίνδυνο» για την αμερικανική
και παγκόσμια Οικονομία.
Στο μεταξύ,
οι αμερικανικές τράπεζες δεν σκοπεύουν να αφήσουν το παιχνίδι της ρευστότητας
στα χέρια του Σόιμπλε και της γερμανικής κρατικής τράπεζας επενδύσεων KfW. Έτσι, στελέχη έξι ξένων funds έφτασαν στην Αθήνα για να αγοράσουν
«κόκκινα» δάνεια από τις τράπεζες. Αγοράζοντας σε πολύ χαμηλές τιμές τα κόκκινα
δάνεια ποντάρουν να εισπράξουν περισσότερα, ενώ μαζί με τα δάνεια αποκτούν και
τις εγγυήσεις που παρείχαν στην τράπεζα οι δανειολήπτες, δηλαδή υποθήκες
ακινήτων. Αντιπρόσωποι έξι εξειδικευμένων funds συναντήθηκαν με στελέχη των τεσσάρων μεγάλων ελληνικών τραπεζών
με στόχο να αγοράσουν σε χαμηλές τιμές ελληνικά δάνεια (επιχειρηματικά,
στεγαστικά, καταναλωτικά, ναυτιλιακά - γενικά οτιδήποτε επισφαλές ή «κόκκινο»
έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους οι τράπεζες). Τα περισσότερα funds έχουν έδρα στη Νέα Υόρκη και
ειδικεύονται στο να αγοράζουν σε όσο πιο χαμηλές τιμές γίνεται τα «κόκκινα
δάνεια» ή άλλα περιουσιακά στοιχεία που βαρύνονται με χρέη και, στη συνέχεια,
προσπαθούν να εισπράξουν τα δάνεια ή να πουλήσουν τα περιουσιακά στοιχεία σε
τιμές υψηλότερες από αυτές που αγόρασαν.
Γενικά οι
Αμερικανοί διαφωνούν με τα σκληρά μέτρα λιτότητας και επιμένουν στην ανάπτυξη,
θεωρώντας επίσης καθοριστική την ανακεφαλαιοποίηση των ευρωπαϊκών τραπεζών,
καθώς και τη δημιουργία «επαρκών τειχών προστασίας», ώστε να αποκρουστεί ο
κίνδυνος μετάδοσης της χρηματοοικονομικής κρίσης.
Σημειώνεται
πως από το ΔΝΤ υπήρξε νέα προειδοποίηση - μέσω της ετήσιας οικονομικής έκθεσης
για την πορεία της ευρωζώνης- ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες διακινδυνεύουν την αναζωπύρωση
της χρηματοπιστωτικής αναταραχής εν μέσω της παρατεταμένης ύφεσης, λόγω των
καθυστερημένων αντιδράσεών τους στην ευρωπαϊκή κρίση χρέους.
Αλλά και οι
ιδιωτικοποιήσεις έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον και των δύο πλευρών, με τους Αμερικανούς να
δείχνουν μετά από καιρό ενδιαφέρον, όπως λ.χ. για την εξαγορά του 100% του
μετοχικού κεφαλαίου της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. Σύμφωνα με την πρόσκληση του ΤΑΙΠΕΔ, οι
ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να καταθέσουν μη δεσμευτικές προσφορές έως τις 16
Σεπτεμβρίου.
Σε κάθε
περίπτωση, τους προσεχείς μήνες, με δεδομένο πως οι τροϊκανοί θα ζητήσουν
σκληρά μέτρα και θα έχουν περάσει και οι γερμανικές εκλογές (άρα δεν θα
υφίσταται πια «moratorium» ηρεμίας ως προς τα μέτρα και τη
«χρεοκοπολογία» της Ελλάδας), θα δοκιμαστεί το κοινωνικό και πολιτικό κλίμα, με όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά ως προς το πού θα γείρει η πλάστιγγα - με Βερολίνο ή με Ουάσιγκτον...
Το παραπάνω είναι απόσπασμα από άρθρο του Θ.Χατζή, που δημοσιεύτηκε στο NEXUS Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2013 με τίτλο "Βερολίνο ή Ουάσιγκτον;"