26 Φεβρουαρίου 2013

Τα αίτια της κρίσης (του Γ.Κατρούγκαλου)

Τελευταία κυκλοφορούν αρκετά βιβλία, που έχουν ως θέμα τους την κρίση. Τα περισσότερα ξεκινούν από τις γενεσιουργές αιτίες και προχωρούν δίνοντας λύσεις άλλες εφικτές και άλλες ανέφικτες.
Ένα από τα βιβλία που αντιμετωπίζουν τεκμηριωμένα αυτό το θέμα είναι και το βιβλίο του Γιώργου Κατρούγκαλου με τίτλο "Η κρίση και η διέξοδος". Από το εισαγωγικό κεφάλαιο με τίτλο "Τα αίτια της κρίσης" διάλεξα αποσπάσματα που περιγράφουν με σαφήνεια τις ρίζες του παγκόσμιου οικονομικού "προβλήματος", αναφέροντας χρήσιμα ιστορικά και οικονομικά στοιχεία.  



... Οι αλλαγές στο οικονομικό σύστημα επι­ταχύνθηκαν από την επικράτηση μιας πολεμικής ιδεολογίας των αγορών, το νεοφιλελευθερισμό. Πνευματικό παιδί του Φ. Χάγιεκ και της Σχολής του Σικάγου, αναδείχτηκε γρήγορα στη νέα, σιδη­ρά ορθοδοξία του κατεστημένου, σε «έναν κοινό πυρήνα σοφίας που ασπάζονται όλοι οι σοβαροί οικονομολόγοι». (Οι θιασώτες του ισχυρίζονται ότι όσοι δεν ασπάζονται τα βασικά δόγματά του δεν είναι κακοί οικονομολόγοι, απλώς δεν είναι οικονομολόγοι.)
Ο πυρήνας του νεοφιλελευθερισμού έγκειται στην πεποίθηση ότι, όπως αυτορρυθμίζονται τα οικοσυστήματα, έτσι και η αγορά, αν αφεθεί στους δικούς της μηχανισμούς, θα βρει την ιδανική ισορροπία και θα παράγει ευημερία. Αντίθετα, οποιαδήποτε πο­λιτική ρύθμισή της, όπως αυτές των κεϊνσιανών παρεμβάσεων και του κράτους πρόνοιας, είναι εξ ορισμού βλαπτική. Έτσι, κατά τον πρόεδρο Ρέιγκαν, οι εννέα πιο τρομακτικές λέξεις της αγγλικής γλώσσας είναι «Im from the government and Im here to help» (Είμαι από την κυβέρνηση και ήρθα για να βοηθήσω). Η πολεμι­κή κραυγή του νεοφιλελευθερισμού είναι καμία αγορά κλειστή, καμία αγορά με δεσμά στην ελευθερία της.
Στο πλαίσιο αυτό, οι νεοφιλελεύθεροι θεωρούν ότι αναγκαίο όρο για την τόνωση της οικονομικής ανταγωνιστικότητας αποτελεί η καθολική ανατροπή των μεταπολεμικών ισορροπιών κρά­τους και οικονομίας, στην εξής κατεύθυνση: εξαφάνιση του πα­ρεμβατικού ρόλου του κράτους, το οποίο στην καλύτερη περίπτω­ση θα έχει το ρόλο «ρυθμιστή», πλήρης απελευθέρωση της κίνη­σης κεφαλαίων, εμπορευμάτων και υπηρεσιών, μέσω της κατάρ­γησης των σχετικών προστατευτικών εθνικών νομοθεσιών, ιδιωτικοποιήσεις, απορύθμιση της αγοράς εργασίας.
Όχημα διεθνούς διάδοσης της νέας αυτής ορθοδοξίας (και φυ­σικά των συμφερόντων που εξυπηρετεί) έγιναν από τη δεκαετία του 1980 το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τρά­πεζα. Όπως αναφέρει ο νομπελίστας και πρώην επικεφαλής της Παγκόσμιας Τράπεζας Τζ. Στίγκλιτς, για το σκοπό αυτό ξεκίνησε από το 1982 στους εν λόγω οργανισμούς μια πλήρης «εκκαθάριση» όλων των κεϊνσιανών επιρροών. Έτσι, το ΔΝΤ επεξεργάστηκε για πρώτη φορά το 1983 ένα πλήρες πρόγραμμα «διαρθρωτικής προσαρμογής», ως γενική συνταγή την οποία θα πρέπει να ακολουθούν τα κράτη που ζητούν δάνειο από αυτό (η διαβόητη «συναίνεση της Ουάσινγκτον» [«Washington consensus»], αφού και οι δυο αυτοί οργανισμοί βρίσκονται στον ίδιο δρόμο της αμερικανικής πρωτεύουσας).
Έκτοτε, κάθε χώρα που ζητά δάνειο από το Ταμείο υποχρεώνεται να ακολουθήσει τις περίφημες αυτές «διαρθρωτικές αλλαγές», οι οποίες τυποποιήθηκαν, λίγο ως πολύ, στην παρακάτω «συνταγή»:
      Συμπίεση του μισθολογικού κόστους και απορύθμιση της εργατικής νομοθεσίας, με σκοπό τη μεγιστοποίηση της ιδιωτικής κερδοφορίας.
      Πλήρης άρση κάθε προστατευτικού μέτρου της εθνικής παραγωγής.
      Μαζική μεταφορά πόρων από το δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα (ιδιωτικοποιήσεις).
      Μονεταριστική πολιτική λιτότητας με έμφαση στη δραματική μείωση των δημόσιων δαπανών, ιδίως των κοινωνικών.
Με αυτό τον τρόπο, οι εθνικές κυβερνήσεις ουσιαστικά εξαφανίζουν κάθε προστατευτική νομοθεσία και διευκολύνουν την εξαγορά των σημαντικότερων δημόσιων επιχειρήσεων από τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες. Επειδή, δε, οι όροι χορήγησης των δανείων είναι πάντα λεόντειοι υπέρ των ξένων δανειστών, μεγάλο τμήμα του εγχώριου πλούτου καταληστεύεται: μόνο από το 1980 μέχρι το 2007, υπολογίζει ο Ντ. Χάρβεϊ, πάνω από πενήντα σχέδια Μάρσαλ, δηλαδή περισσότερα από 4,6 τρισ. δολάρια, πληρώθηκαν από τους λαούς της περιφέρειας προς τους πιστωτές τους. «Τι περίεργος κόσμος», σχολιάζει σχετικά ο Στίγκλιτς, «αυτός στον οποίο οι φτωχές χώρες επιδοτούν τις πλουσιότερες»!
Η εφαρμογή αυτών των πολιτικών, παρά τους ισχυρισμούς των απολογητών τους, δε βελτίωσε τις επιδόσεις της παγκόσμιας οικονομίας: ο μέσος συνολικός παγκόσμιος ρυθμός ανάπτυξης ανερχόταν περίπου στο 3,5% κατά τη δεκαετία του 1960 και στο 2,4% κατά τη δεκαετία του 1970. Αντίθετα, κατά τις δεκαετίες επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού είναι πολύ χαμηλότερος: 1,4% και 1,1% για τις δεκαετίες του 1980 και 1990 αντίστοιχα και μόλις 1% για τη δεκαετία του 2000. (Μάλιστα, η «ατμομηχανή» της αναιμικής αυτής ανάπτυξης είναι τα τελευταία χρόνια η Κίνα, μια χώρα που κανένας νεοφιλελεύθερος δε θα υιοθετούσε ως ιδανικό του.)
Το σημαντικότερο όμως χαρακτηριστικό των πολιτικών αυτών είναι ο ταξικός χαρακτήρας τους: ενώ το κράτος πρόνοιας, μέσω της ρύθμισης της αγοράς και της καθιέρωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, άμβλυνε τις κοινωνικές ανισότητες, περιορίζοντας ως ένα βαθμό την οικονομική και πολιτική ισχύ των κυρίαρχων τάξεων, ο νεοφιλελευθερισμός επιδιώκει την αναβίωση των προνομίων και της αχαλίνωτης ισχύος τους.
Στο πλαίσιο αυτό, η μείωση των ανώτατων φορολογικών κλιμακίων υπέρ των πλουσίων και των εταιρειών συνδυάζεται με μέτρα όπως η πειθάρχηση των εργατικών σωματείων, η συμπίεση των μισθών και η περιστολή των κοινωνικών δικαιωμάτων (όπως τα προνοιακά δικαιώματα, η ισχύς των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας [ΣΣΕ] ή το δικαίωμα στην απεργία). Για παράδειγμα, την περίοδο αυτή στις ΗΠΑ ο μεν προσωπικός ανώτατος φορολογικός συντελεστής μειώθηκε από το 78 στο 28%, ο δε εταιρικός από το 70 στο 28%. Όπως παροιμιωδώς παραδέχεται ο δεύτερος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, ο Γ. Μπάφετ, «πράγματι διεξάγεται ένας ταξικός αγώνας και η τάξη μου είναι αυτή που κερδίζει».
Έτσι, το εισόδημα του φτωχότερου δέκατου του πληθυσμού μειώθηκε σε σχέση με το μέσο εισόδημα κατά 11%. Η μείωση ήταν ακόμα μεγαλύτερη στη θατσερική Μεγάλη Βρετανία, όπου οι φτωχοί αυξήθηκαν κατά 85% και έφτασαν το 1985 τα 7,2 εκατομμύρια. Ακόμα σημαντικότερη ήταν η αύξηση του ποσοστού παιδικής φτώχειας, η οποία στις ΗΠΑ αυξήθηκε από 12% στο 22% του συνόλου, ενώ στη Μεγάλη Βρετανία από 5 σε 15% προκειμένου για οικογένειες και με τους δυο γονείς, ενώ η αύξηση είναι δραματικότερη στις μονογονεϊκές.
Σύμφωνα με στατιστικές εκτιμήσεις, στην άλλη εμβληματική χώρα του νεοφιλελευθερισμού, στη θατσερική Μεγάλη Βρετανία, το εισόδημα του πλουσιότερου δέκατου του πληθυσμού αυξήθηκε κατά το διάστημα 1979-92 κατά 50%, ενώ το αντίστοιχο του φτωχότερου δέκατου μειώθηκε κατά 17%. Γενικότερα, στις χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) από τη δεκαετία του 1960 έως αυτή του 1990 το 80% του πληθυσμού υπέστη σχετική μείωση του εισοδήματος του ως ποσοστού επί του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), την οποία καρπώθηκε το 5% των πιο εύπορων στρωμάτων.
Η έκρηξη των κοινωνικών ανισοτήτων δείχνει ότι από την άποψη αυτή, της αντίστροφης αναδιανομής πλούτου, ο νεοφιλελευθερισμός υπήρξε ιδιαίτερα αποτελεσματικός. Ο πλούτος των τριακοσίων πενήντα οχτώ πλουσιότερων μεγιστάνων το 1996 ήταν ίσος με το συνολικό εισόδημα του φτωχότερου 45% του παγκόσμιου πληθυσμού (2,3 δισεκατομμύρια άνθρωποι). Ακόμα χειρότερα (για εμάς τους υπόλοιπους...): οι διακόσιοι πλουσιότεροι του κόσμου υπερδιπλασίασαν την περιουσία τους μεταξύ 1994 και 1998, σε περισσότερο από 1 τρισ. δολάρια. Τα περιουσιακά στοιχεία των τριών μόνο κορυφαίων δισεκατομμυριούχων έφτασαν να είναι ανώτερα από το συνδυασμένο ΑΕΠ όλων των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών («least developed countries») και των εξακοσίων εκατομμυρίων ανθρώπων του πληθυσμού τους.
Ανάλογα επιδεινώθηκαν οι ανισότητες μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών, παρά την εντυπωσιακή άνοδο στο παγκόσμιο προσκήνιο ορισμένων χωρών της νοτιοανατολικής και ανατολικής Ασίας. Από τις πενήντα φτωχότερες χώρες του κόσμου, είκοσι τρεις είχαν χαμηλότερο μέσο εισόδημα το 1999 απ’ ό,τι το 1990. Η αύξηση των ανισοτήτων υπήρξε σχετικά μικρότερη στην ηπειρωτική Ευρώπη σε σχέση με τις αγγλοσαξονικές χώρες, λόγω της θεσμικής αδράνειας των δομών του κοινωνικού κράτους που ως ένα βαθμό εξακολουθούν να επιβιώνουν.


Το 2007, τη χρονιά της κρίσης, οι ανισότητες έφτασαν στο απόγειό τους. Τότε σημειώθηκε στην Αμερική η μεγαλύτερη απόκλιση εισοδημάτων υπέρ των πλουσιότερων στρωμάτων του πληθυσμού που έχει ποτέ καταγραφεί στην ιστορία, ανώτερη και από αυτή πριν από το μεγάλο κραχ του 1929, που αποτελεί το προηγούμενο ιστορικό ορόσημο. Η άνοδος των εισοδημάτων του 1% των υπερπλουσίων είναι ακόμα εντονότερη. Το 2007 το εισόδημά τους αντιπροσώπευε το ένα τέταρτο περίπου (23,7%) του συνόλου του αμερικανικού ΑΕΠ. Ακόμα πιο ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι καρπώθηκαν το 58% του συνόλου της μεγέθυνσης της οικονομίας μεταξύ 1976 και 2007.

............................
Το πλασματικό χρήμα εκτοξεύτηκε στις ημέρες μας σε εξωπραγματικά επίπεδα. Έτσι, το 2010, σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS), ενώ το παγκόσμιο ΑΕΠ ανερχόταν σε 62 τρισ. δολάρια, η συνολική αξία των παντός είδους χρηματοπιστωτικών παραγώγων ανήλθε στα 1.020 τρισ. δολάρια, από τα οποία τα 437 τρισ. διακινήθηκαν στα οργανωμένα χρηματιστήρια και τα 583 τρισ. στις εκτός χρηματιστηρίου αγορές {over- the-counter derivatives). Είναι ενδεικτικό ότι το διεθνές εμπόριο σε πραγματικά αγαθά αποτελεί κλάσμα μικρότερο του ενός εκατοστού του πάσης φύσεως χρηματιστηριακού, «πλασματικού» κεφαλαίου.


Αυτό είχε ως συνέπεια η κρίση του 2007, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές, προηγούμενες κυκλικές κρίσεις του καπιταλισμού, να λάβει κυρίως τη μορφή κρίσης υπερσυσσώρευσης πλασματικού κεφαλαίου.....
GreekBloggers.com