Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gabriel García Márquez. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gabriel García Márquez. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Απριλίου 2014

Gabriel García Márquez: Ένας από τους τελευταίους μεγάλους λογοτέχνες

Δεν ξέρω κατά πόσο ταιριάζει στο περιεχόμενο της ύλης αυτού του blog η αναφορά σε έναν μεγάλο λογοτέχνη, αλλά θεωρώ ότι σε μια εποχή που υπάρχει τόση ένδεια σπουδαίων ανθρώπων σε οποιονδήποτε τομέα έχουν επιλέξει να υπηρετούν, είναι απαραίτητο να τιμούμε όσους έχουν κάνει την ανθρωπότητα πλουσιότερη σε πνευματικότητα, έστω και αν αυτό γίνεται (κακώς ίσως) με την ευκαιρία του θανάτου τους.
Την επιλογή κειμένου τού Gabriel García Márquez που διάλεξα για αναδημοσίευση, μπορεί κάποιοι να θεωρήσουν πως δεν ήταν η καταλληλότερη. Κι αυτό επειδή πρόκειται για ένα απόσπασμα από το αμφιλεγόμενο έργο του "Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου", ένα βιβλίο που για όσους το αγάπησαν υπάρχουν άλλοι τόσοι που το μίσησαν! Ένας από τους λόγους που επέλεξα αυτό το συγκεκριμένο κομμάτι - αντί να απαριθμήσω τα αποφθέγματά του, που μπορείτε άλλωστε να βρείτε κι αλλού - είναι επειδή αναφέρεται με το δικό του τρόπο στη μέρα που συμπληρώνει τα ενενήντα του χρόνια, που όμως - τι ειρωνία - δεν τα πρόφτασε στην πραγματικότητα.
Ίσως αυτό το μικρό απόσπασμα να προτρέψει κάποιους που έχουν διαβάσει μόνο ένα ή δύο από τα βιβλία του (πιθανόν τα εμπορικότερα "Εκατό χρόνια μοναξιάς" ή/και "Ο έρωτας στα χρόνια τής χολέρας") να διαβάσουν και αυτό το έργο του, που έγραψε όταν πλησίαζε την ηλικία των ογδόντα χρόνων, γεγονός που οδηγεί στην πρόβλεψη ότι θα συγκινήσει περισσότερο τους μεγαλύτερους σε ηλικία παρά τους μικρότερους.

...Τη μέρα που συμπλήρωνα τα ενενήντα είχα ξυπνήσει όπως πάντα στις πέντε το πρωί. Μοναδική μου υποχρέωση, λόγω Παρασκευής, ήταν να γράψω το σύντομο άρθρο που δημοσιεύεται με την υπογραφή μου τις Κυριακές στην εφημερίδα Ελ Διάριο ντε λα Πας. Τα σημάδια της αυγής ήταν ό,τι έπρεπε για να μην είμαι ευτυχισμένος: πονούσαν τα κόκαλά μου από νωρίς το ξημέρωμα, έτσουζε ο κώλος μου και ακούγονταν από μακριά οι κεραυνοί μιας καταιγίδας μετά από τρεις μήνες ξηρασία. Πλύθηκα όσο γινόταν ο καφές, ήπια ένα μεγάλο φλιτζάνι που γλύκανα με μέλι, συνοδευόμενο με δυο κομμάτια πίτα από κασσάβα. κι έβαλα τη φόρμα από χοντρό βαμβακερό ύφασμα που φορούσα στο σπίτι.
Το θέμα του άρθρου εκείνης της μέρας ήταν -τι άλλο;- τα ενενήντα χρόνια μου. Ποτέ δεν είχα φανταστεί την ηλικία σαν ένα λεκέ από υγρασία που να δείχνει πόση ζωή απομένει ακόμα. Μικρός είχα ακούσει να λένε πως, όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος, οι ψείρες που φωλιάζουν στα μαλλιά βγαίνουν τρομοκρατημένες στα μαξιλάρια ντροπιάζοντας την οικογένεια. Αυτό με επηρέασε τόσο πολύ, που άφησα να με κουρέψουν γουλί για να πάω στο σχολείο και τις λίγες τρίχες που μου απομένουν τις πλένω ακόμα με το «Σαπούνι του Χαρούμενου Σκύλου». Αυτό σημαίνει, σκέφτομαι τώρα, πως από μικρός φοβόμουν περισσότερο το δημόσιο εξευτελισμό παρά το θάνατο.

GreekBloggers.com